Κεντρική Ελλάδα Συνέντευξη Συγκίνηση και δέος για το 1968

Συγκίνηση και δέος για το 1968

Λατρεύει το θέατρο, αλλά έχει αφήσει πολύ καλές εντυπώσεις στον κινηματογράφο. Είναι γεννημένος ηθοποιός, μεγάλωσε δίπλα σε γονείς καταξιωμένους στον χώρο, αλλά δεν μασάει. Αν δεν του αρέσει, αν δεν βρίσκει νόημα, μπορεί να πάρει την κουτάλα και να μαγειρέψει. Αρκεί να υπάρχει κάτι να τον… εξιτάρει.

Ο Ορφέας Αυγουστίδης πρωταγωνιστεί στην ταινία «1968», που θα βγει στους κινηματογράφους στις 25 Ιανουαρίου. Λίγες ημέρες πριν από την επίσημη πρεμιέρα της ταινίας, (απόψε στο θέατρο Παλλάς), μίλησε στο ebasket.gr για την ΑΕΚ, για τη σύνδεση του «Δικεφάλου» με τους πρωταγωνιστές της ταινίας αλλά και για τη ζωή του μέσα από την ηθοποιία.

Πώς αντιμετώπισες την πρόταση να συμμετάσχεις στην ταινία;
«Η πρόταση έγινε από τον Τάσο Μπουλμέτη, τον σκηνοθέτη, με τον οποίο έχουμε συνεργαστεί ξανά στο παρελθόν. Η παρουσία του, σε συνδυασμό με τη συμπάθεια που έχω στην ΑΕΚ, ήταν δύο παράγοντες που δεν μου επέτρεπαν να αρνηθώ τη συμμετοχή μου».

Τι μπορείς να μας αποκαλύψεις για τον ήρωα που υποδύεσαι;
«Ο ήρωας είναι ένα παιδί της εποχής, ένας σερβιτόρος σε ένα μαγαζί λαϊκής μουσικής, ο οποίος προσπαθεί να τα φέρει βόλτα με τις ιδιαιτερότητες που έχει η κάθε εποχή. Δεν είναι τεντιμπόης, αλλά ένα απλό λαϊκό παιδί».

Ποια είναι η σχέση του με την ΑΕΚ;
«Αυτό δεν μπορώ να το αποκαλύψω. Αυτό που μπορώ να πω είναι πως η σχέση που έχει με την κοπέλα του (την υποδύεται η Βασιλική Τρουφάκου), συνδέεται με την ΑΕΚ και τον τελικό στο Καλλιμάρμαρο».

Υπάρχουν κοινά στοιχεία του ήρωα με τον Ορφέα;
«Όσο μπορούμε να τον δούμε και να καταλάβουμε τον χαρακτήρα του, όχι. Η ιδιομορφία της ταινίας είναι πως παρακολουθείς κάποιους ήρωες, σε μια πολύ μικρή και συγκεκριμένη εποχή της ζωής τους. Επιτρέπεται να φαντασιωθείς και να φανταστείς πως αυτός ο άνθρωπος είναι οτιδήποτε. Δεν προλαβαίνουμε να δούμε πολλά πράγματα από τη ζωή του. Η απόφαση που παίρνει, να αφήσει κάποια πράγματα στην τύχη, είναι κάτι που δεν θα έκανα, εύκολα, οπότε δεν έχουμε πολλά κοινά».

Η ιστορία του 1968 τι είναι για εσένα;
«Με συγκινεί βαθιά, γιατί είναι κομμάτι της καταγωγής μου. Αποτελούμαι από δύο τεράστιες αναφορές: η μία από την Κρήτη και η άλλη από την Μικρά Ασία. Και οι δύο παππούδες μου από την πλευρά του μπαμπά μου ήταν πρόσφυγες. Χτυπάει κόκκινο για εμένα, γιατί έχω ακούσει πολλές ιστορίες, κι από αυτούς, κι από τον πατέρα μου. Ήρθαν από εκεί μωρά, μεγάλωσαν στην Καλογρέζα και με συγκινεί ό,τι έχει να κάνει με αυτό».

Ποια είναι η σχέση σου με την ΑΕΚ;
«Είμαι φίλαθλος κι όχι οπαδός. Δεν γυρίζει το μυαλό μου αν κάποιος πει κάτι για την ομάδα μου. Την αγαπώ… ρομαντικά. Μπορεί να πάω συχνά στο γήπεδο, μπορεί να απέχω και κάποια διαστήματα. Παρακολουθώ πάντα τα νέα, έχω αδυναμίες από το παρελθόν και φίλους μέσα στην ΑΕΚ. Μετά την ταινία, δέθηκα λίγο περισσότερο με το μπάσκετ, είναι σημαντικό που ανεβαίνει ξανά και πρωταγωνιστεί στο ελληνικό πρωτάθλημα».

Υπάρχουν κοινά στοιχεία στη ζωή ενός αθλητή κι ενός ηθοποιού;
«Ναι, βέβαια. Ένα από αυτά είναι πως πρέπει να μπαίνει σε προτεραιότητα η καριέρα. Υπάρχουν στιγμές στη ζωή τους που αυτό είναι επείγουσας σημασίας, έτσι ώστε να μπορέσεις να ξεκλειδώσεις κάποια άλλα πράγματα, που θα σε κάνουν να μην βάζεις πάντα σε προτεραιότητα τη δουλειά. Δεν υπάρχει ωράριο, γιορτές, υπάρχει ανασφάλεια αν μιλάμε για φυσιολογικά επίπεδα και όχι για κάποιον σούπερ σταρ. Μιλώ γι’ αυτούς, τους αθλητές και τους ηθοποιούς, που βιοπορίζονται καθημερινά».

Στον αθλητισμό υπάρχει και το φαινόμενο του φανατισμού. Εσείς οι ηθοποιοί έρχεστε αντιμέτωποι με φανατικό κοινό;
«Υπάρχει, αλλά δεν εκφράζεται με τον ίδιο τρόπο, κρύβεται πίσω από την πρόφαση της τέχνης και της δημιουργίας. Υπάρχουν αυτοί που έρχονται προκατειλημμένοι στο θέατρο και δεν υπάρχει περίπτωση να αλλάξουν γνώμη. Μπορεί να έχουν κάποιο θέμα με δηλώσεις, ή θέσεις σου. Έχουν όμως το δικαίωμα να εκφράζουν άποψη.
Έχω ακούσει να λένε… «Εσύ τηλεοπτικός ηθοποιός, πώς πας να κάνεις αυτή την παράσταση;», ή «ποιος είναι αυτός, ο γιος της Τζομπανάκη, άσε κατάλαβα». Εγώ εκείνη τη στιγμή λέω «πώς είναι δυνατόν να με κρίνει μέσα από τρεις τηλεοπτικές σειρές που έχω κάνει!».
Δεν με ενδιαφέρει, όμως, γιατί αυτό δεν έχει κανένα αντίκτυπο στη δουλειά μου. Δεν με ενοχλούσε από την αρχή. Φαίνεται και από τις επιλογές μου, ο τρόπος που χειρίστηκα τον κύκλο, τις ευκαιρίες, ακόμα και τις δυσκολίες που προέκυψαν. Οι ευκαιρίες έρχονται τον πρώτο χρόνο, μετά δεν ισχύει αυτό, τα πράγματα ξεκαθαρίζουν. Δεν προσπάθησα να εκμεταλλευτώ ποτέ το όνομα της μητέρας, ή του πατέρα μου, όσοι θέλουν να σκεφτούν πως δεν υπάρχει αξιοκρατία, δεν με αφορά, εγώ κάνω άλλη δουλειά».

Η φιλοσοφία αυτή πως προέκυψε;
«Είναι αποτέλεσμα προσωπικής δουλειάς κι αυτοεκτίμησης, αλλά πρέπει να περάσει καιρός για να το πετύχεις. Να περάσει το διάστημα που αμφισβητείς, κυρίως πράγματα που έχουν να κάνουν με τη ζωή, τους φίλους, τις σχέσεις, την ιδιοσυγκρασία, τους γονείς την προσωπικότητα, τη θέση σου απέναντι στα πράγματα.
Αυτό έχει να κάνει και με την ποιότητα των ανθρώπων που είναι οι γονείς μου, γιατί δημιούργησαν τον χώρο μέσα μου, για να αντιλαμβάνομαι τα πράγματα έτσι, ή τουλάχιστον να προσπαθώ να τα αντιληφθώ έτσι. Δεν μπορώ να το πάρω προσωπικά και να μπω στη διαδικασία να πείσω κάποιον πως είμαι παιδί κάποιων άλλων. Υπάρχουν παιδιά γνωστών ανθρώπων, που είναι εκεί και κανείς δεν αναγνωρίζει από έξω».

Εσύ πως επέλεξες να γίνεις ηθοποιός;
«Η αφορμή ήταν άσχετη, ξεκίνησα από τη σκηνοθεσία. Κάποια στιγμή ο Νίκος Περάκης, ο οποίος ήταν θαμώνας σε ένα μπαρ εστιατόριο που είχαμε, μου είπε αν μιλάω Κρητικά γιατί έψαχνε κάποιον για τον συγκεκριμένο ρόλο στη «Λούφα και παραλλαγή», του είπα «ναι» και από εκεί ξεκίνησαν όλα. Το ξεκίνημα ήταν συμπτωματικό, το τι με κέρδισε και τι δουλεύω μέσα από αυτό είναι κάτι άλλο».

Κερδίζεις πράγματα ως Ορφέας μέσα από τη δουλειά;
«Συνέχεια. Εμένα μου αρέσει που η δουλειά, μου θυμίζει πάνω στη σκηνή πότε είμαι συνδεδεμένος με το συναίσθημά μου και πότε όχι, στη ζωή μου. Όταν νιώθω πως προκύπτουν μπλοκαρίσματα στη σκηνή, καταλαβαίνω πως μπλοκάρω κάτι στη ζωή μου. Έχω καταφέρει κάτι που πάντα ήθελα, να συνδέω αυτό που κάνω στη σκηνή με αυτό που είμαι. Όχι να κάνω τον ίδιο ρόλο ή να παίζω τον εαυτό μου, αλλά αυτά τα δύο πράγματα να συγκοινωνούν.
Είναι πολύ μεγάλο κομμάτι της ζωής μου η δουλειά. Μου παίρνει όλη μέρα. Μπορεί να μην είμαι διαρκώς σε ένα θέατρο αλλά διαρκώς σκέφτομαι τη δουλειά μου, κυρίως την περίοδο των προβών. Είσαι στο θέατρο επί έξι ώρες και όταν φεύγεις συνεχίζεις να σκέφτεσαι και να επεξεργάζεσαι στο μυαλό σου τον ρόλο».

Είναι κουραστικό αυτό;
«Όχι, μπορεί να είναι εξουθενωτικό γιατί ξεπερνάς κάποια όρια, αλλά όχι τόσο ώστε να θες να ξεφύγεις από αυτό».

Η δουλειά σε έχει δυσκολέψει στην επαφή σου με άλλους ανθρώπους;
«Νόμιζα πως όχι, αλλά τελικά με έχει δυσκολέψει. Ειδικά περιόδους όπου οι επιλογές, ή οι συνθήκες δεν ήταν τόσο ευνοϊκές όσο φανταζόμουν. Δυσκολεύτηκα να το διαχειριστώ με σωστό τρόπο, να μοιράσω τον χρόνο μου σωστά».

Ποιος κέρδισε σε αυτές τις περιπτώσεις;
«Νομίζω πως μπορώ να πω η δουλειά».

Το λες με μια δόση μετάνοιας;
«Όχι γιατί στην πραγματικότητα αν ήθελα να έχω κερδίσει εγώ θα το είχα κάνει. Χρησιμοποιούμε λίγο τη δουλειά ως δικαιολογία, να εξαγνίσουμε δικά μας κομμάτια που δεν θέλουμε να παραδεχθούμε. Τάσεις απομόνωσης, ή φυγής. Οπότε σε αυτή την περίπτωση είναι δικαιότερο να λες ποιος είσαι από την αρχή».

Οι γονείς σου τι λένε;
«Είναι πολύ ευχαριστημένοι. Με συμβούλεψαν στην αρχή με διακριτικότητα και προστασία. Χωρίς παρεμβατικότητα στη συμπεριφορά τους. Είναι ευτυχισμένοι και ισορροπημένοι».

Τηλεόραση – θέατρο ή σινεμά;
«Τώρα θέατρο, πριν από δέκα χρόνια θα σου έλεγα σινεμά, αλλά επειδή οι ταινίες δεν γίνονται με τον τρόπο που θα ήθελα, δεν το λέω. Είναι πολύ ακριβό να γίνει μια ταινία με τις σωστές προδιαγραφές, είναι ακριβό άθλημα ο κινηματογράφος. Στη δεκαετία του 2000 συμμετείχα σε αρκετές ταινίες, τώρα όχι.
Θεωρώ πως το να παίξεις στον κινηματογράφο θέλει πολύ δουλειά, για να εξελιχθείς, όχι απλά να ξέρεις να στήνεσαι στην κάμερα. Γι’ αυτό πλέον σου λέω θέατρο. Το σινεμά είναι ένα όνειρο, το αγαπώ, μου αρέσει, είμαι σινεφίλ. Είχαμε σινεμά όταν γεννήθηκα, μεγάλωσα σε θερινό κινηματογράφο, το Αμόρε και μετά το Σινέ Ψυρρή.
Η τηλεόραση μπορεί να δημιουργήσει παρέες, να περνάς ωραία, να έχει την ελαφρότητα που χρειάζεται και στη δουλειά μας. Έχει ένα πιο άμεσο πάρε δώσε οικονομικό και επαγγελματικό».

Η μεγαλύτερη επαγγελματική σου ανησυχία;
«Να πάψει να υπάρχει το περιθώριο να συνδέομαι και να νιώθω ωραία με αυτό που κάνω. Αυτό σημαίνει είτε ότι δεν κάνω δουλειές που μου αρέσουν πια, είτε γιατί δεν με επιλέγουν πια, είτε γιατί δεν έχω τη δύναμη να το υποστηρίξω. Είτε γιατί οι ανάγκες μεγαλώνουν και οι απολαβές περιορίζονται.
Δεν με φοβίζει όμως αυτό, θα αλλάξω δουλειά. Άξιος είμαι, έχω κάνει και άλλες δουλειές στη ζωή μου. Θα το καταδιασκέδαζα. Είμαι πρακτικός, δηλαδή κουζίνα, μπαρ οι αυτοματισμοί μου είναι πολλοί καλοί. Οπότε δεν θα κουραζόμουν.
Θα έκανα τον μάγειρα σε ένα ωραίο φιλικό μαγαζί. Να βλέπεις σε ποιον μαγειρεύεις και να του σερβίρεις το φαγητό. Να του το προσφέρεις, να είναι ρομαντικό σέτινγκ. Αν ξέρω για ποιον κουνάω την κουτάλα, θα μπορούσα να το κάνω».

Γιατί χρειάζεται αυτή η επαφή;
«Γιατί δεν έχω μαγειρέψει ποτέ για κάποιον άγνωστο. Η μαγειρική είναι προσφορά, είναι σύνδεση».

Η ηθοποιία μέσα από το θέατρο είναι προσφορά;
«Είναι, ξεκινά όμως με το μεταξύ μας πάνω στη σκηνή. Είναι σαν να παίζεις μπάλα και να κάνεις ένα πολύ ωραίο παιχνίδι, να κάνεις ωραίες πάσες να έχεις στο νου τον άλλο. Να επικοινωνείς. Πόσο απολαυστικό είναι αυτό το πράγμα, να βλέπεις μια… γερμανοθρεμένη ομάδα»;

Σου έχει τύχει να δουλέψεις σε ομάδα που δεν λειτουργεί έτσι;
«Ναι, φέτος είμαι τυχερός γιατί και στις δύο παραστάσεις λειτουργούμε ως ομάδα. Νιώθω πολύ τυχερός. Κάθε βράδυ τρίβω τα χέρια μου από χαρά που πηγαίνω στο θέατρο, γιατί λέω… «ωραία τι θα κάνουμε σήμερα;». Αυτό το επικοινωνεί ο καθένας για τους λόγους του στους από κάτω. Έτσι κι αλλιώς έχει φτιαχτεί για τους από κάτω.
Υπάρχει η έκφραση «δεν με ενδιαφέρει το κοινό». Δεν μπορείς να μην σε ενδιαφέρει το κοινό, γιατί χωρίς αυτό δεν έχεις την τέχνη σου. Δεν έχει νόημα, εξαφανίζεται αυτό που κάνεις. Μπορεί να μην σε ενδιαφέρει η άποψη του κοινού για την προσωπικότητά σου».

Πιο ειλικρινής η κριτική του κοινού ή των συναδέλφων;
«Πιο καθαρή μπορεί να είναι του κοινού, είναι σχετικό όμως. Σημασία έχει να κάνεις αυτό που κάνεις σαν να είναι αυτό που θα επέλεγες εσύ να κάνεις, ώστε να μην διχαστείς ποτέ».

Ποιος ο λόγος να δει κάποιος την ταινία;
«Είναι καλή ταινία, από ένα καλό σκηνοθέτη, μιλά για μια σημαντική στιγμή του αθλητισμού της Ελλάδας και του παγκόσμιου αθλητισμού. Οι αναφορές στη γένεση της ΑΕΚ είναι κάτι που μας αφορά όλους, τρεις στους τέσσερις έχουμε προσφυγικές ρίζες. Είναι συγκινητική».

Τι αίσθηση μας αφήνει στο τέλος η ταινία;
«Μια γλυκιά αίσθηση, συγκίνηση, δέος».

Μπορεί σήμερα να γεμίσει μια ομάδα το Καλλιμάρμαρο και να ενώσει τον κόσμο;
«Το έκανε κατά κάποιο τρόπο η Εθνική ποδοσφαίρου το 2004. Αλλά κάποια άλλη ομάδα, όχι δεν μπορεί να το κάνει. Όπως έγινε και το 1987 με την Εθνική μπάσκετ. Αλλά μιλάμε μόνο για Εθνικές, έχεις δηλαδή αποδεχθεί από την αρχή αυτή τη σύναξη”.

Συνάντησες κάποιον από τους εν ζωή αθλητές της ΑΕΚ του 1968; Θα σε ενδιέφερε να μάθεις τη γνώμη τους για την ταινία;
«Όχι, δυστυχώς δεν έχω συναντήσει κάποιον, αλλά ναι θα ήθελα πολύ να μάθω τη γνώμη τους. Νομίζω πως θα το μάθω σύντομα».

Περισσότερα σχετικά άρθρα
Περισσότερα από Λένα Καραλή
Περισσότερα σε Συνέντευξη

Δειτε επισης

Ελλάδα-Ισλανδία 89-54

Σε θρίαμβο εξελίχθηκε ο δεύτερος αγώνας της Εθνικής Γυναικών για τα προκριματικά του Ευρωμ…